ἅρπυς

ἅρπυς
Grammatical information: f.
Meaning: `love' (Parth.). ἅρπυν ἔρωτα. Αἰολεῖς H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Fur. 327f. connects the word with ῝Αρυια, for which I see no reason.
Page in Frisk: 1,151

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἅρπυς — Ἅρπῡς , Ἅρπυς masc/fem acc pl Ἅρπυς masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Aeolic Greek — For the architectural style, see Aeolic order. Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • Νικοθόη — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν μια από τις Άρπυιες, η οποία, τρέχοντας για να ξεφύγει από τους φτερωτούς γιους του Βορέα, Βότο και Κάλαϊ, έπεσε και πνίγηκε στον μυθικό ποταμό της Πελοποννήσου Τίγρητα. Από το γεγονός αυτό, ο ποταμός ονομάστηκε Άρπυς.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.